Βιοψία Τραχηλικού Λεμφαδένα

Η βιοψία τραχηλικού λεμφαδένα είναι διαγνωστική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ένας ύποπτος λεμφαδένας του λαιμού, προκειμένου να καθοριστεί η αιτία της διόγκωσής του.
Η βιοψία τραχηλικού λεμφαδένα είναι καθοριστική για τη διάγνωση επίμονων διογκώσεων

Τι είναι οι Τραχηλικοί Λεμφαδένες

Το ανθρώπινο σώμα διαθέτει:

περίπου 500–700 λεμφαδένες

εκ των οποίων 200–300 βρίσκονται στην κεφαλή και στον λαιμό(δηλαδή το 20-40% όλων των λεμφαδένων του σώματος)

Ως εκ τούτου είναι αναμενόμενο οι λεμφαδένες να διογκώνονται συχνά σε λοιμώξεις και αυτό δεν είναι απαραίτητα ανησυχητικό.

Πότε χρειάζεται βιοψία

Η βιοψία ενδείκνυται όταν:

  • η διόγκωση επιμένει πέραν των 2–3 εβδομάδων
  • ο λεμφαδένας είναι σκληρός ή καθηλωμένος
  • υπάρχει προοδευτική αύξηση μεγέθους
  • συνυπάρχουν συμπτώματα όπως απώλεια βάρους, δυσκαταποσία, βράγχος φωνής
  • ο ασθενής είναι καπνιστής

Γιατί δεν αφαιρείται «κάθε διογκωμένος λεμφαδένας»

Η βιοψία:

  • γίνεται στοχευμένα
  • αποτελεί μέρος οργανωμένου διαγνωστικού ελέγχου
  • δεν αντικαθίσταται από απεικονιστικές εξετάσεις
  • σε περιπτώσεις καρκίνου, οι λεμφαδένες επιτρέπεται να αφαιρεθούν μόνο με την ομάδα τους και όχι μεμονωμένα

Ο σωστός λεμφαδένας επιλέγεται με βάση:

  • κλινικά χαρακτηριστικά
  • υπερηχογράφημα ή άλλες απεικονίσεις

Πώς γίνεται η επέμβαση

Η βιοψία:

  • γίνεται συνήθως υπό γενική αναισθησία
  • περιλαμβάνει μικρή τομή
  • αφαιρείται ολόκληρος ο λεμφαδένας

Το υλικό αποστέλλεται για:

  • ιστολογική
  • και, όπου απαιτείται, ανοσοϊστοχημική εξέταση

Ανάρρωση και ασφάλεια

Μετά την επέμβαση:

  • η ανάρρωση είναι ταχεία
  • ο πόνος ήπιος
  • οι επιπλοκές σπάνιες

Τα αποτελέσματα:

  • καθορίζουν την περαιτέρω θεραπεία
  • μειώνουν σημαντικά την αβεβαιότητα του ασθενούς
Η έγκαιρη αξιολόγηση μειώνει το άγχος και επιτρέπει σωστή θεραπευτική στρατηγική

Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο εν λόγω site έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν την ιατρική διάγνωση ή θεραπεία.
Η κατάλληλη αντιμετώπιση προκύπτει μετά από πλήρη κλινική εκτίμηση και, όπου απαιτείται, συμπληρωματικό ειδικό έλεγχο.
Σε επίμονα ή/και ανησυχητικά συμπτώματα απευθυνθείτε στον ιατρό σας ή σε εφημερεύον νοσοκομείο.