Παρωτιδεκτομή

Η παρωτιδεκτομή είναι η χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή ολόκληρης της παρωτίδας, του μεγαλύτερου σιελογόνου αδένα του σώματος.
Εφαρμόζεται κυρίως για την αντιμετώπιση όγκων, κύστεων ή χρόνιων φλεγμονών και απαιτεί υψηλή χειρουργική εμπειρία λόγω της πορείας του προσωπικού νεύρου.
Η παρωτιδεκτομή είναι η βασική θεραπεία των όγκων της παρωτίδας

Τι είναι η παρωτίδα και γιατί απαιτείται παρωτιδεκτομή

Η παρωτίδα βρίσκεται μπροστά και κάτω από το αυτί και αποτελεί βασικό σιελογόνο αδένα, εκκρίνει σάλιο κατά τη διάρκεια της λήψης τροφής.

Η παρωτιδεκτομή ενδείκνυται όταν αναπτύσσονται:

  • καλοήθεις όγκοι (η πλειονότητα των περιπτώσεων)
  • κακοήθεις όγκοι
  • κύστεις
  • χρόνιες, υποτροπιάζουσες φλεγμονές

Οι περισσότεροι παρωτιδικοί όγκοι είναι καλοήθεις, αλλά έχουν τάση αύξησης μεγέθους, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη αφαίρεση κρίσιμη.

Πώς πραγματοποιείται η επέμβαση

Η παρωτιδεκτομή πραγματοποιείται:

  • υπό γενική αναισθησία
  • μέσω τομής που ακολουθεί φυσικές πτυχές του δέρματος, ώστε να περιορίζεται το αισθητικό αποτύπωμα

Ανάλογα με την εντόπιση του όγκου, αφαιρείται:

  • επιφανειακό τμήμα της παρωτίδας
  • ή ολόκληρος ο αδένας

Ο ρόλος του προσωπικού νεύρου

Μέσα στην παρωτίδα πορεύεται το προσωπικό νεύρο, το οποίο ελέγχει τις κινήσεις του προσώπου.

Η διαφύλαξή του αποτελεί τον σημαντικότερο στόχο της επέμβασης.

  • Για τον λόγο αυτό:
  • χρησιμοποιούνται συσκευές διεγχειρητικού νευροεντοπισμού
  • απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία στη χειρουργική κεφαλής και τραχήλου

Μετεγχειρητική πορεία και ανάρρωση

Μετά την επέμβαση:

  • η κινητοποίηση είναι άμεση
  • ο πόνος είναι συνήθως ήπιος
  • οι ασθενείς επιστρέφουν γρήγορα στις δραστηριότητές τους

Η τακτική παρακολούθηση εξασφαλίζει:

  • έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής
  • έλεγχο της νευρικής λειτουργίας

 

 

Η εμπειρία στη χειρουργική κεφαλής και τραχήλου εξασφαλίζει ασφαλές αποτέλεσμα

Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο εν λόγω site έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν την ιατρική διάγνωση ή θεραπεία.
Η κατάλληλη αντιμετώπιση προκύπτει μετά από πλήρη κλινική εκτίμηση και, όπου απαιτείται, συμπληρωματικό ειδικό έλεγχο.
Σε επίμονα ή/και ανησυχητικά συμπτώματα απευθυνθείτε στον ιατρό σας ή σε εφημερεύον νοσοκομείο.