Αφαίρεση Όγκων Ρινός – Παραρρινίων

Οι όγκοι της μύτης και των παραρρινίων κόλπων είναι σπάνιοι αλλά δυνητικά σοβαροί.
Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστά σχεδιασμένη χειρουργική αφαίρεση είναι καθοριστικές για την επιτυχή αντιμετώπισή τους.
Η έγκαιρη διάγνωση όγκων ρινός και παραρρινίων βελτιώνει σημαντικά την πρόγνωση

Τι είναι οι όγκοι ρινός και παραρρινίων

Οι όγκοι της περιοχής μπορεί να είναι:

  • καλοήθεις
  • κακοήθεις

Αναπτύσσονται στη μύτη ή στους παραρρίνιους κόλπους και συχνά διαγιγνώσκονται καθυστερημένα, λόγω ήπιων ή μη ειδικών συμπτωμάτων.

Ποια συμπτώματα προκαλούν

Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • επίμονη ρινική συμφόρηση
  • ρινορραγίες
  • υποτροπιάζουσες ρινοκολπίτιδες
  • διαταραχές όσφρησης
  • άλγος προσώπου
  • διόγκωση ή ασυμμετρία

Η μονόπλευρη συμπτωματολογία αποτελεί πάντα καμπανάκι για περαιτέρω διερεύνηση.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται σε:

  • ενδοσκοπική εξέταση
  • απεικονιστικό έλεγχο (CT, MRI)
  • ιστολογική επιβεβαίωση (βιοψία)

Ο σωστός προεγχειρητικός σχεδιασμός είναι καθοριστικός.

Πώς αντιμετωπίζονται χειρουργικά

Η θεραπεία περιλαμβάνει:

  • πλήρη χειρουργική αφαίρεση του όγκου
  • ενδοσκοπική ή ανοιχτή προσέγγιση, ανάλογα με:
    • το μέγεθος
    • τη θέση
    • την ιστολογία

Στόχος είναι:

  • η ογκολογικά ασφαλής εκτομή
  • η διατήρηση της λειτουργικότητας της μύτης
  • η αποφυγή επιπλοκών

Μετεγχειρητική παρακολούθηση

Η παρακολούθηση είναι απαραίτητη για:

  • έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής
  • σωστή επούλωση
  • συμπληρωματική θεραπεία, εφόσον απαιτείται

Γιατί απαιτεί εμπειρία

Οι όγκοι της περιοχής:

  • γειτνιάζουν με κρίσιμες δομές (οφθαλμός, εγκέφαλος)
  • απαιτούν ογκολογική ακρίβεια

Η εμπειρία στη χειρουργική κεφαλής και τραχήλου είναι καθοριστική για την ασφάλεια και το αποτέλεσμα.

 

Η ενδοσκοπική χειρουργική προσφέρει ασφαλή και αποτελεσματική αντιμετώπιση επιλεγμένων όγκων

Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο εν λόγω site έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν την ιατρική διάγνωση ή θεραπεία.
Η κατάλληλη αντιμετώπιση προκύπτει μετά από πλήρη κλινική εκτίμηση και, όπου απαιτείται, συμπληρωματικό ειδικό έλεγχο.
Σε επίμονα ή/και ανησυχητικά συμπτώματα απευθυνθείτε στον ιατρό σας ή σε εφημερεύον νοσοκομείο.